Βλέπω τον Κώστα Καραμανλή και λυπάμαι. Μου θυμίζει παιδάκι που ήθελε πάντα να ντύνεται κάου μπόι και του επέβαλλαν πάντα να ντύνεται τσολιαδάκι, γιατί είχε θείο μεγάλο και τρανό.
Βλέπω τον Γιώργο Παπανδρέου και λυπάμαι. Γιατί προσπαθεί να ηγηθεί ενός λαού, του όποιου το d.n.a μπορεί μόνο να φανταστεί, μέσα από τις ζεμπεκιές του πατέρα του.
Βλέπω την Αλέκα Παπαρήγα κι αναρωτιέμαι, αν είναι η πτωμαΐνη που δίνει τέτοιο φανατισμό, για ένα κοινωνικό σύστημα που έχει πεθάνει άμα τη γενέσει του
Βλέπω τον Αλέξη Τσίπρα και λυπάμαι.Γιατί στα τριάντα του έχει γλώσσα πιο ξύλινη κι από δοκάρι σε πέτρινο σπίτι.
Ακούω σκόρπιες κουβέντες παρέας με θέμα «κοιτά μη διασπαστούμε σε μικρά. Το θέμα είναι να φύγει ο Κώστας»
Ακούω φίλο αγαπημένο να αναρωτιέται «ρε γαμώτο, μεγάλωσα ή απελπίστηκα και μου φαίνονται σωστά όσα λέει ο Καρατζαφέρης?»
Θυμάμαι τον παππού μου να λέει, πως το μεγαλύτερο λάθος του κομμουνισμού ήταν η δίωξη του χριστιανισμού, μιας και στη βάση τους και οι δυο πλευρές ήθελαν το ίδιο πράγμα. Ισότητα ανά τάξη και υποταγή στο σύστημα.
Θυμάμαι τη γιαγιά μου να τραβάει κοντά στη τηλεόραση τη καρέκλα της για να δει και να ακούσει –όσο μπορούσε- τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.
Θυμάμαι τα τραπεζώματα του πατέρα μου στα μεγαλοστελέχη του Π.Α.Σ.Ο.Κ
Θυμάμαι τη μητέρα μου με μαλλί κομμωτηρίου και το καλό ταγιέρ, να παίρνει από τα χέρια του πατέρα μου κλειστό το φάκελο και να τον ρίχνει.
Θυμάμαι πως, από τότε που πρωτοπρόσεξα, όλα αυτά τα ταγιέρ να φτάνουν στο σχολείο μετά την εκκλησία και λίγο πριν το ψητό της Κυριακής, με τα ψηφοδέλτια έτοιμα και σταυρωμένα, σκεφτόμουν πως το δικαίωμα ψήφου όπως και το δικαίωμα στη μητρότητα, έπρεπε να δίνονται κατόπιν εξετάσεων κι όχι έτσι αβίαστα.
Θυμάμαι -φαίνεται άσχετο αλλά δεν είναι- που τέλειωσα το οκτάτομο του Μεγάλου Ανατολικού κι αντί να το πετάξω στα σκουπίδια όπως του έπρεπε, το κράτησα για χρόνια στη βιβλιοθήκη επειδή, οι άλλοι, το θεωρούσαν σημαντικό έργο.
Θυμάμαι τα γραφεία της β΄ Πανελλαδικής, πάνω από το Διατηρητέο.
Θυμάμαι τα κουπόνια του Οδηγητή, γωνία Αριστοτέλους με Εγνατία, Κυριακή πρωί που δεν είχαμε σχολείο.
Θυμάμαι φίλη από τότε, στις προηγούμενες εκλογές να τρέχει όλη μέρα με το βανάκι, για να κουβαλήσει γέροντες να ψηφίσουν. Πάντα με το ψηφοδέλτιο έτοιμο εννοείται.
Κρατάω τα λόγια της Ασημίνας από το βιβλίο « η μητέρα του σκυλού» του Παύλου Μάτεσι να λέει: «Ποιό είναι αυτό, που λέτε, έθνος? Εγώ δε το ξέρω. Δε μου έδωσε το έθνος φαί για τα παιδιά μου όταν πεινούσαν.»
Θυμάμαι και λυπάμαι.
Λυπάμαι που θυμάμαι.
ΕΙΣ ΤΟ ΕΠΑΝΙΔΕΙΝ
Πριν από 3 μήνες

